Print

Yγειονομική οργάνωση και απώλειες υγείας του Οθωμανικού Στρατού στους Βαλκανικούς πολέμους (1912-13): Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος-Μέτωπο Θράκης


Πολυχρονίδης Ι. Πανεπιστήμιο Αθηνών
Δημοσιεύθηκε στις
Posted in ΕΠΕΤΕΙΑΚΟ ΤΕΥΧΟΣ ΕΠ' ΕΥΚΑΙΡΙΑ ΤΩΝ 100 ΧΡΟΝΩΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΑΡΞΗ ΚΑΙ ΛΗΞΗ ΤΩΝ ΒΑΛΚΑΝΙΚΩΝ ΠΟΛΕΜΩΝ (1912 - 1913)
Pages 117-132

[εισήγηση στην Ε΄ Ημερίδα Ιστορίας Στρατιωτικής Ιατρικής με θέμα “Βαλκανικοί Πόλεμοι 1912-1913: Η συμβολή του Υγειονομικού στο νικηφόρο αποτέλεσμα. 100 χρόνια” (Αθήνα 31 Μαρτίου 2012, οργάνωση Γραφείο Μελέτης Ιστορίας Ελληνικής Ναυτικής Ιατρικής Ναυτικού Νοσοκομείου Αθηνών και Εταιρεία Στρατιωτικής Ιατρικής)].





 

Πολυχρονίδης Ιωάννης
 

 Εισαγωγή

Οι περισσότερες από τις μέχρι σήμερα αναφορές στην ελληνική βιβλιογραφία για την υγειονομική πλευρά και τις απώλειες υγείας των  στρατευμάτων των χωρών που έλαβαν μέρος στους Βαλκανικούς πολέμους εστιάζονται κυρίως στη συμμετοχή και στην κατάσταση των ελληνικών στρατευμάτων κατά τον Α΄Βαλκανικό πόλεμο (μέτωπο Ηπείρου και  Μακεδονίας) και τον Β΄ Βαλκανικό πόλεμο (ελληνοβουλγαρικό πόλεμο).[1]  Στην παρούσα εργασία επιχειρείται η ανάλυση των υγειονομικών δεδομένων που αφορούν τη σύγκρουση μεταξύ της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και της Βουλγαρίας κατά τον Α΄Βαλκανικό Πόλεμο (μέτωπο  ανατολικής Θράκης), η εξέλιξη της οποίας επηρεάστηκε από την επιδημία χολέρας, η οποία εκδηλώθηκε κατά τη διάρκεια του και προκάλεσε χιλιάδες θύματα και από τις δύο πλευρές. Η ανάλυση της υγειονομικής οργάνωσης και κατάστασης του οθωμανικού στρατού κατά τον Βουλγαρο-Oθωμανικό πόλεμο βασίζεται κυρίως  σε πρόσφατη τουρκική βιβλιογραφία, που στηρίζεται σε πλούσιο Οθωμανικό αρχειακό υλικό.      

Υγειονομικά χαρακτηριστικά των πολέμων του 19ου – αρχών του 20ου αιώνα.

Στην ιστορία της Στρατιωτικής Ιατρικής η  αναλογία των θανάτων από μεταδοτικά νοσήματα προς τους θανάτους από τις μάχες και η θνητότητα των τραυματιών κατά τους πολέμους, ιδιαίτερα κατά το 19ο και τον 20ο αιώνα, για τους οποίους υπάρχουν στατιστικά στοιχεία, αποτελούν δύο σημαντικούς δείκτες, που αντανακλούν όχι μόνο  τη φύση των πολέμων αλλά και το επίπεδο της υγειονομικής οργάνωσης των διαφόρων στρατών. Προ του 1870 οι θάνατοι των στρατιωτών στους πολέμους από λοιμώδη(επιδημικά) νοσήματα ήταν πενταπλάσιοι, κατά μέσο όρο, από τους θανάτους από τις πολεμικές επιχειρήσεις. Η αναλογία αυτή αντιστρέφεται το 1918, λόγω της βελτίωσης της πρόληψης των μεταδοτικών νοσημάτων και της  αύξησης της καταστρεπτικότητας του πολέμου, κυρίως από την ενίσχυση της δύναμης του πυροβολικού. Στον πόλεμο της Κριμαίας (1853-6) ο δείκτης (πηλίκο) θανάτων από νοσήματα προς θανάτους από τις μάχες  ανερχόταν στους ευρωπαϊκούς στρατούς από 4 έως 9. Στον Αμερικανικό εμφύλιο πόλεμο (1861-5) ο αντίστοιχος δείκτης ήταν 5.25, ενώ στο σύντομο Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 ήταν 6.3  στον οθωμανικό στρατό. Στους Βαλκανικούς πολέμους(1912-13) ο δείκτης ήταν 0.36 στον ελληνικό και 2-3(κατά προσέγγιση) στον οθωμανικό στρατό, διαφορές που αντανακλούν τόσο την κατάσταση της Δημόσιας Υγείας στην Ελλάδα και την Οθωμανική αυτοκρατορία, όσο και την υγειονομική οργάνωση των δύο στρατών.  Ο  ίδιος δείκτης στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο(1914-18) και στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο διαμορφώθηκε στο 1,02 και 0.01-03 αντίστοιχα.[2]                                                                                                                                                                                  Oι μεγάλες απώλειες των στρατών των ευρωπαϊκών χωρών από λοιμώδη νοσήματα (χολέρα, τύφο, δυσεντερία, ευλογιά, κ.ά) κατά τους πολέμους του 19ου αιώνα, υποχρέωσε τις στρατιωτικές υγειονομικές υπηρεσίες τους να οργανώσουν στρατιωτικά εργαστήρια μικροβιολογίας  και υγιεινής με κατάλληλα εκπαιδευμένο ιατρικό και βοηθητικό προσωπικό, τα οποία συνέβαλαν σημαντικά στην πρόληψη και τον έλεγχο των λοιμωδών νοσημάτων κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.[3]  Στην Ελλάδα η αναδιοργάνωση του στρατού από την Γαλλική αποστολή του 1911   συμπεριέλαβε και το υγειονομικό, το οποίο  είχε ένα σημαντικό ρόλο στην τελική έκβαση των Βαλκανικών πολέμων, κυρίως με την επιτυχή πρόληψη και αντιμετώπιση της χολέρας.[4] Με τη συμβολή του Κωνσταντίνου Σάββα, καθηγητού Υγιεινής και Μικροβιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, ο οποίος είχε παρασκευάσει αντιχολερικό εμβόλιο, το οποίο χρησιμοποιήθηκε με ιδιαίτερη αποτελεσματικότητα κατά την περίοδο των Βαλκανικών πολέμων, μειώνοντας σημαντικά τη νοσηρότητα και τη θνητότητα από χολέρα στον ελληνικό στρατό, συγκριτικά με τους στρατούς των άλλων Βαλκανικών χωρών και της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.[5]   Αντίθετα η υγειονομική κατάσταση του Οθωμανικού στρατού κατά τους Βαλκανικούς πολέμους, παρά τις προσπάθειες που είχαν γίνει, κυρίως κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, για την βελτίωση της ιατρικής εκπαίδευσης, τόσο γενικά όσο και στο χώρο της στρατιωτικής ιατρικής και της Δημόσιας Υγείας, δεν ήταν σε ικανοποιητικό επίπεδο, με αποτέλεσμα το μεγάλο αριθμό των απωλειών υγείας κυρίως από χολέρα. Οι συνολικές απώλειες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κατά τους Βαλκανικούς πολέμους υπολογίζονται σε 75.000 νεκρούς από μεταδοτικά νοσήματα (χολέρα, τύφος, εξανθηματικός τύφος, δυσεντερία, ευλογιά, κ.ά.) και 50.000 νεκροί  από τις πολεμικές επιχειρήσεις.    

Ιατρική εκπαίδευση στην Οθωμανική αυτοκρατορία

Η πρώτη προσπάθεια σύγχρονης ιατρικής εκπαίδευσης στην Οθωμανική αυτοκρατορία, ανεξάρτητης από θρησκευτικά ιδρύματα, όπως γινόταν μέχρι τότε, πραγματοποιείται το 1806 με την ίδρυση ιατρικού σχολείου στο Ναύσταθμο της Κωνσταντινούπολης, στο Κασίμπασι (ShipyardMedicalSchool-TersaneTibbiyesi) με σκοπό την εκπαίδευση μουσουλμάνων ιατρών κυρίως για τις ανάγκες  του στρατού, αλλά και γενικότερα, αφού μέχρι τότε οι ανάγκες καλυπτόταν κυρίως από μη μουσουλμάνους ιατρούς. Η πρώτη αυτή προσπάθεια δεν ολοκληρώθηκε και το ιατρικό σχολείο έκλεισε το 1808 με την εκθρόνιση του μεταρρυθμιστή σουλτάνου Σελίμ ΙΙΙ (1789-1807) και την εκτέλεση του ιατρού-διευθυντή του.[6]

 Την περίοδο του σουλτάνου Μαχμούτ ΙΙ (1808-39) ιδρύονται τα πρώτα σύγχρονα στρατιωτικά νοσοκομεία και η νέα Ιατρική Σχολή, κυρίως για την εκπαίδευση ιατρών για τις μεγάλες ανάγκες του στρατού. Το 1827 ιδρύεται η πρώτη Ιατρική Σχολή (Τiphane-iAmire- ImperialMedicalSchool) από τον διάσημο Οθωμανό ιατρό της εποχής MustafaBehcetEfendiκαι το 1832 η πρώτη Χειρουργική Σχολή (Cerrahhane-iMamure) μέσα σε χώρους του ανακτόρου Τοπκαπί στην Κωνσταντινούπολη, με Γάλλους κυρίως καθηγητές. Από τη συνένωση των δύο αυτών ιδρυμάτων το 1836 και την μεταστέγαση τους στο Γαλατά-σαράϊ δημιουργείται ουσιαστικά το 1839  η Αυτοκρατορική Σχολή Ιατρικής (Mekteb-iTibbiye-iSahane) με διευθυντή τον Αυστριακό Καρλ Αμβρόσιο Μπερνάρ και Eυρωπαίους καθηγητές. Η συνένωση της Ιατρικής και της Χειρουργικής σχολής, καθώς και η επαγγελματοποίηση της ιατρικής, έχουν θεωρηθεί ως κύρια χαρακτηριστικά του εκμοντερνισμού της Ιατρικής στην Ευρώπη.[7]

Αρχικά η διδασκαλία της Ιατρικής γινόταν στη γαλλική γλώσσα και αργότερα στην τουρκική, μετά την  δημιουργία αντίστοιχης ιατρικής ορολογίας.  Ο Κριμαϊκός Πόλεμος (1853-6) επηρέασε σημαντικά την εξέλιξη της Ιατρικής και Φαρμακευτικής στην Οθωμανική αυτοκρατορία με την παραμονή στην Κωνσταντινούπολη αρκετών ευρωπαίων ιατρών και φαρμακοποιών, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν και εργάστηκαν και μετά τη λήξη του πολέμου.  Ο μεγάλος αριθμός Γάλλων και Βρετανών ιατρών, που συμμετείχαν στον  Κριμαϊκό πόλεμο, στον οποίο η Αυστρία παρέμεινε ουδέτερη, οδήγησε στη διαπίστωση της ανεπάρκειας της εκπαίδευσης των Οθωμανών ιατρών.  Η δημόσια κριτική για τα εκπαιδευτικά και οργανωτικά αποτελέσματα στην Ιατρική και τη Δημόσια Υγεία της αυτοκρατορίας από την παρουσία των Αυστριακών προκάλεσε αντιθέσεις με τους Γάλλους, που τους διαδέχθηκαν. Οι Γάλλοι  υποστήριζαν ότι οι Αυστριακοί απέτυχαν να εξασφαλίσουν επαρκές και καλά εκπαιδευμένο ιατρικό δυναμικό για τον οθωμανικό στρατό, οι οποίοι με τη σειρά τους κατηγορούσαν τους Γάλλους ιατρούς ότι εξασφάλισαν την παρουσία τους στην Κωνσταντινούπολη, όχι λόγω της επιστημονικής υπεροχής τους, αλλά μετά από διπλωματικές πιέσεις.[8]  Οι διαφορές των Γάλλων με τους Αυστριακούς ιατρούς δεν οφειλόταν μόνο σε πολιτικά και διπλωματικά συμφέροντα, αλλά και στην ενίσχυση του εθνικισμού των τελευταίων, σημαντικός αριθμός των οποίων υποστήριξε την επανάσταση του 1848 στην Αυστροουγγαρία. Την περίοδο αυτή, μετά την αναχώρηση των Αυστριακών ιατρών από την Κωνσταντινούπολη, διαλύθηκε και το σύστημα των σταθμών καραντίνας στα οθωμανο-αυστριακά σύνορα, που αποτελούσε εμπόδιο στο εμπόριο.     

Το πρώτο σύγχρονο στρατιωτικό νοσοκομείο, το Μάλτεπε, ιδρύεται  το 1827 στην Κωνσταντινούπολη, στην περιοχή του ανακτόρου Τοπκαπί, μετά από υπόδειξη του αρχίατρου MustafaBehcetEfendiκαι για πολλά χρόνια ήταν το κύριο στρατιωτικό νοαοκομείο. Το 1845 ιδρύονται στο Σκούταρι, στην Ασιατική πλευρά, τα στρατιωτικά νοσοκομεία Κουλελί  και Χαϊνταρπασά. Από τα μέσα του 19ου αιώνα αρχίζουν να ιδρύονται σε διάφορες πόλεις και πολιτικά (μη στρατιωτικά) νοσοκομεία, τα περισσότερα από τα οποία κατά την περίοδο του σουλτάνου Αβδούλ-Χαμίτ ΙΙ (1876-1909).[9]

Ο πόλεμος της Κριμαίας (1853-56), όπως και αργότερα οι Βαλκανικοί Πόλεμοι (1912-13) και ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, παρά τις μεγάλες απώλειες σε ανθρώπινες ζωές, είχε σημαντική επίδραση στην οργάνωση και λειτουργία των νοσοκομείων και την βελτίωση του επιπέδου της Ιατρικής γενικότερα με την παρουσία πολλών ξένων ιατρικών αποστολών για την αντιμετώπιση των μεγάλων απωλειών από επιδημίες (χολέρα, εξανθηματικός τύφος, κ.ά.). Μεταξύ των θετικών επιπτώσεων ήταν και η ίδρυση της Ιατρικής Εταιρείας της Κωνσταντινούπολης (SocieteMedicaldeConstantinople)  το 1856 από ξένους ιατρούς[10]   και η έκδοση το 1857 του ιατρικού περιοδικού GazetteMedicaled’ Orient, που είχε σημαντική συμβολή στην ενημέρωση των ιατρών για  τις εξελίξεις της Ιατρικής. Οι  μουσουλμάνοι ιατροί, απόφοιτοι της Αυτοκρατορικής Ιατρικής Σχολής, που αρχικά δεν γινόταν εύκολα αποδεκτοί ως μέλη της Ιατρικής Εταιρείας, ίδρυσαν το 1861 δική τους ιατρική εταιρεία (Cemiyet-iTibbiye-i, Osmaniye) στην οποία γινόταν δεκτοί και μη-μουσουλμάνοι. Η εταιρεία αυτή ανέλαβε τη μετάφραση της ιατρικής βιβλιογραφίας στη τουρκική γλώσσα και προσπάθησε να την καθιερώσει στη διδασκαλία της Ιατρικής, παρά τις αντιδράσεις της Ιατρικής Εταιρείας της Κωνσταντινούπολης. Τελικά το 1870 καθιερώθηκε η χρήση της τουρκικής γλώσσας στην Αυτοκρατορική Ιατρική Σχολή,[11]  αλλαγή που οδήγησε στην διακοπή της γαλλικής επίδρασης στην Ιατρική της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.[12] Παράλληλα ιδρύθηκε το 1879  η Φαρμακευτική   Εταιρεία της Κωνσταντινούπολης, η οποία μαζί με τις προηγούμενες έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην επαγγελματική και επιστημονική τους οργάνωση και στην βελτίωση του επιπέδου των υγειονομικών ιδρυμάτων και της Δημόσιας Υγείας γενικότερα. 

Το 1867 ιδρύθηκε η Πολιτική Ιατρική σχολή (Mekteb-iTibbiye-iMulkiye), στην οποία η διδασκαλία γινόταν στη τουρκική γλώσσα από Οθωμανούς κυρίως καθηγητές που είχαν σπουδάσει στην Ευρώπη, μεταξύ των οποίων σημαντική συμβολή είχαν αρκετοί ελληνορθόδοξοι ιατροί.[13] Η αύξηση του αριθμού των φοιτητών οδηγεί σε διαδοχικές μεταφορές της Σχολής, μέχρι της ένταξη της στο Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης το 1915.[14]  Το 1909 συνενώθηκαν η Στρατιωτική και η Πολιτική Ιατρική Σχολή και έτσι δημιουργήθηκε η Ιατρική σχολή του Πανεπιστημίου της Κωνσταντινούπολης. Στη νέα ενιαία  Ιατρική σχολή ιδρύθηκε και Οδοντιατρικό τμήμα, ενώ οι σπουδές στη Φαρμακευτική αποχωρίστηκαν από την Ιατρική.[15]  Προοδευτικά, παράλληλα με την αποστολή ιατρών για εκπαίδευση σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, αυξήθηκε ο αριθμός των ιατρών και έγιναν προσπάθειες για την βελτίωση του χαμηλού επιπέδου της Δημόσιας Υγείας και του ελέγχου των διαφόρων επιδημιών.

Κατά την περίοδο των Βαλκανικών πολέμων οι μεγαλύτεροι σπουδαστές της Στρατιωτικής Ιατρικής Σχολής κατετάγησαν στο στρατό με τον βαθμό του λοχαγού για να ενισχύσουν το υγειονομικό.[16]   Aπό τις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα είχαν καταβληθεί έντονες προσπάθειες να καλυφθούν οι μεγάλες ανάγκες του οθωμανικού στρατού σε ιατρούς. Την περίοδο 1874-1897 είχαν αποφοιτήσει από τη Στρατιωτική Ιατρική Σχολή 3.602 ιατροί(150 περίπου κάθε χρόνο), ενώ από την Ιατρική Σχολή 882(38 κατά μέσο όρο το χρόνο).[17]

Εκτός από τα νοσοκομεία είχαν ιδρυθεί, με την βοήθεια Γάλλων ειδικών όπως και στην Ελλάδα ειδικά ινστιτούτα για την πρόληψη των μεταδοτικών νοσημάτων. Το «Οθωμανικό Ινστιτούτο Βακτηριολογίας» στη περιοχή Cemberlitasτης Κωνσταντινούπολης εγκαινιάστηκε στις 21 Σεπτεμβρίου 1911, λίγες μέρες πριν από την έναρξη του Οθωμανο-Ιταλικού πολέμου με πρώτο διευθυντή τον Γάλλο  μικροβιολόγο και ιατρό του γαλλικού πολεμικού ναυτικού DrPaul-LouisSimond, ο οποίος παρέμεινε μέχρι το Νοέμβριο  1913 και διηύθυνε συγχρόνως και το «Ινστιτούτο Λύσσας». Το Ινστιτούτο συμμετείχε ενεργά, όχι μόνο στην εργαστηριακή επιβεβαίωση της χολέρας και άλλων μεταδοτικών νοσημάτων, αλλά και  στην λήψη προληπτικών και θεραπευτικών μέτρων στην αντιμετώπιση τη επιδημίας χολέρας κατά τον Α΄ Βαλκανικό πόλεμο καθώς και στην παρασκευή του αντιχολερικού εμβολίου. Είχε προηγηθεί το 1893 η λειτουργία του «Αυτοκρατορικού Ινστιτούτου Βακτηριολογίας» στην Κωνσταντινούπολη με τη συνδρομή των DrMauriceNicolleκαι DrPaulRemlingerαπό το Ινστιτούτο  Pasteurτων Παρισίων, στο οποίο είχε εκπαιδευθεί ομάδα Οθωμανών ιατρών με επικεφαλής τον Αλέξανδρο Ζωηρό Πασά το 1886 Κατά την περίοδο της επιδημίας χολέρας στον Α΄Βαλκανικό πόλεμο, έρευνα για τη χολέρα γινόταν και στο νοσοκομείο της Κωνσταντινούπολης  Besm-ialemGureba, από τον DrMehmetkamilBerk, ο οποίος συνεργάστηκε με τον Γάλλο Paul-LouisSimonστην έκδοση της τελικής αναφοράς για την επιδημία της χολέρας.[18]

Κατάσταση του Οθωμανικού Στρατού στον Α΄ Βαλκανικό πόλεμο (8-10-1912 έως 30-5-1913)

Η έναρξη των Βαλκανικών πολέμων αποτέλεσε αιφνιδιασμό για τον Οθωμανικό στρατό, του οποίου η οργάνωση, η προετοιμασία και η εκπαίδευση ήταν ανεπαρκείς. Ο εκσυγχρονισμός του στρατού από τους Γερμανούς δεν είχε ολοκληρωθεί και οι στρατιωτικές δυνάμεις ήταν ποσοτικά και ποιοτικά ανεπαρκείς.[19]

Η ύπαρξη τριών μετώπων (Θράκης, Μακεδονίας και Ηπείρου) δημιούργησε σοβαρά προβλήματα στην επαρκή επάνδρωση των μονάδων και την κατάλληλη υποστήριξη τους από πλευράς διοικητικής μέριμνας.  Στο Ανατολικό μέτωπο (Θράκη) αντί των προβλεπόμενων 480.000, η πραγματική δύναμη του Οθωμανικού στρατού ήταν περίπου 115.000 άνδρες.[20]  Ανάλογες ελλείψεις υπήρξαν και στα δύο άλλα μέτωπα και είχαν σημαντικές επιπτώσεις, μαζί με διάφορους άλλους παράγοντες, στην τελική έκβαση των Βαλκανικών πολέμων.                                                                                                                                                                                     Ο στρατός αποτελείτο από τις ενεργείς μονάδες(τακτικό στρατό, nizam), που είχαν καλή εκπαίδευση και εξοπλισμό και τις εφεδρικές μονάδες (redif), οι οποίες είχαν χαμηλό ηθικό και ανεπαρκή εκπαίδευση. Λόγω αδυναμίας μετακίνησης ενεργών μονάδων στο μέτωπο της Θράκης, από τον αποκλεισμό των θαλάσσιων μεταφορών από τον ελληνικό στόλο και της ανεπάρκειας του σιδηροδρομικού δικτύου, οι εφεδρικές δυνάμεις ενσωματώθηκαν στις τακτικές, με αποτέλεσμα την μείωση της οργάνωσης και της αποτελεσματικότητας τους.[21] Στους Βαλκανικούς πολέμους επιστρατεύτηκαν για πρώτη φορά μη-μουσουλμάνοι, ενώ το 20% περίπου των στρατιωτών ήταν ηλικίας 16-19 ετών. Η διοικητική μέριμνα ήταν ανεπαρκής και υπήρχε έλλειψη τροφίμων και νερού, όπως και προβλήματα ένδυσης και υπόδησης. Αναφέρεται χαρακτηριστικά η έλλειψη ψωμιού, που αποτελούσε κύριο μέρος της διατροφής.[22]   Η πρόσφατη ήττα από τους Ιταλούς στην Τρίπολη, το Σεπτέμβριο 1911, η γενικότερη κατάσταση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και ιδιαίτερα ο διχασμός στην πολιτική ηγεσία και το στρατό, μετά το κίνημα των Νεότουρκων το 1908, σε συνδυασμό με τον αιφνιδιασμό από την έναρξη των Βαλκανικών πολέμων,  είχε οδηγήσει σε πτώση του ηθικού του στρατού.  Στις 23 Ιανουαρίου 1913 έγινε πραξικόπημα, δολοφονήθηκε ο υπουργός Άμυνας  και σχηματίστηκε κυβέρνησης Νεότουρκων για τη συνέχιση του πολέμου και την κατάληψη της Αδριανούπολης, που είχε πέσει, μετά από πολλές απώλειες, στα χέρια του Βουλγαρικού στρατού.

Υγειονομική κατάσταση Οθωμανικού στρατού

Παρά την βελτίωση της Δημόσιας Υγείας και της Ιατρικής στην Οθωμανική αυτοκρατορία, κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα , στο πλαίσιο των μεταρρυθμίσεων του Τανζιμάτ, η υγειονομική κατάσταση του στρατού κατά την περίοδο των Βαλκανικών πολέμων, δεν ήταν σε ικανοποιητικό επίπεδο. Παρά τις προσπάθειες για κάλυψη των μεγάλων αναγκών σε ιατρικό προσωπικό στο στρατό, οι γενικότερες συνθήκες υγιεινής στο στρατό δεν ήταν σε καλό επίπεδο, υπήρχε αυξημένη νοσηρότητα των στρατιωτών, με αποτέλεσμα το 25% των στρατιωτών να απαλλάσσονται για λόγους υγείας, ενώ ποσοστό 16% νοσούσαν κατά τη διάρκεια του πολέμου. Πολλοί άνδρες αναφέρονται ως άρρωστοι και νοσηλεύονταν σε νοσοκομεία Oι συφιλιδικοί, ο αριθμός των οποίων ήταν μεγάλος, δεν νοσηλεύονταν, αλλά υπηρετούσαν σε τάγματα εργασίας, όπου και υποβάλλονταν σε θεραπεία.  Το υγειονομικό προσωπικό ήταν αριθμητικά περιορισμένο, παρά τις έντονες προσπάθειες που είχαν καταβληθεί κατά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα για την ενίσχυση του. Το 1908 το υγειονομικό προσωπικό που υπηρετούσε στα στρατιωτικά νοσοκομεία της Κωνσταντινούπολης περιλάμβανε 235 αξιωματικούς και 1254 άνδρες, ενώ στα αντίστοιχα των πρωτευουσών των περιφερειών είχαν 785 αξιωματικούς και 3960 άνδρες.[23] Δεν μπορέσαμε να βρούμε στοιχεία για το υγειονομικό προσωπικό που υπηρετούσε στις στρατιωτικές μονάδες, η εκτίμηση όμως είναι ότι ήταν ανεπαρκές. Η διεξαγωγή των Βαλκανικών Πολέμων κατά τη διάρκεια της 6ης πανδημίας χολέρας (1902-1923) αποτέλεσε μια επιπλέον δυσμενή συγκυρία κυρίως για την Οθωμανική αυτοκρατορία αλλά και για τις Βαλκανικές χώρες.  

 

Πολεμικές επιχειρήσεις στη Θράκη κατά τον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο

Η διαμόρφωση του εδάφους της ανατολικής Θράκης δημιούργησε τις κατάλληλες συνθήκες για τη σύγκρουση των στρατών της Βουλγαρίας και της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, ενώ η εγγύτητα της Κωνσταντινούπολης έδινε ιδιαίτερη βαρύτητα και σημασία στην εξέλιξη των στρατιωτικών επιχειρήσεων. Ο Βουλγαρικός στρατός, με καλή εκπαίδευση και εξοπλισμό  παρέταξε συνολική δύναμη 300.000 ανδρών,  720 πυροβόλων ενώ διέθετε επίσης 20 περίπου αεροπλάνα διαφόρων τύπων. Ο κύριος στόχος του ήταν η ταχεία επίθεση  εναντίον του Οθωμανικού στρατού και η συντριβή του, πριν έρθουν σε βοήθεια συμπληρωματικές δυνάμεις από τη Μ. Ασία και η προσπάθεια κατάληψης της Κωνσταντινούπολης, ενώ η Αδριανούπολη αποτελούσε  αρχικά δευτερεύοντα στόχο.[24]  

Οι εχθροπραξίες έλαβαν χώρα σε δύο φάσεις. Στην πρώτη φάση (Οκτώβριος 1912) τα βουλγαρικά στρατεύματα, μετά την είσοδο τους στο έδαφος της Οθωμανικής αυτοκρατορίας στην περιοχή της Αδριανούπολης, είχαν σύντομη προέλαση, μετά τις νίκες τους και τη διάσπαση των δύο γραμμών αμύνης του Οθωμανικού στρατού (1η. Αδριανούπολης-Σαράντα Εκκλησιές και 2η. Λουλέ Μπουργκάς(Αρκαδιούπολη)-Μπουνάρ  Χισάρ ). Η δεύτερη φάση ήταν πιο παρατεταμένη  με την πολιορκία της Αδριανούπολης και την καθήλωση των αντίπαλων στρατευμάτων στη τρίτη και τελευταία γραμμή άμυνας των Οθωμανών, την Τσαλτάτζα, μόλις  30 χιλιόμετρα δυτικά της Κωνσταντινούπολης. Η περίοδος αυτή διακόπηκε από μακρά περίοδο ανακωχής (Δεκέμβριος 1912-Μάϊος 1913), με ενδιάμεσες περιόδους στρατιωτικών επιχειρήσεων και ολοκληρώθηκε από τη συνθήκη του Λονδίνου στις 30 Μαϊου 1913.[25]  Οι εχθροπραξίες άρχισαν μέσα στο δεύτερο δεκαήμερο του Οκτωβρίου 1912 με προέλαση του βουλγαρικού στρατού και νίκες του  επί του τουρκικού  α. στο KirkKillise(Σαράντα Εκκλησιές) και β. στο BuniHisar/ LuleBurgas, μάχη, η οποία υπήρξε η μεγαλύτερη  στην Ευρώπη μεταξύ του Γάλλο-Ρωσικού πολέμου (1870-1871) και του 1ου Παγκοσμίου πολέμου. 

Οι Οθωμανοί, μετά τις ήττες τους, υποχώρησαν άτακτα προς την Τσαλτάτζα, την τελευταία γραμμή άμυνας προ της Κωνσταντινούπολης, κάτω από καταρρακτώδεις βροχές,  εγκαταλείποντας στο μέτωπο οπλισμό και εφόδια, μεταξύ των οποίων και δύο σιδηροδρομικές ατμομηχανές και 200 βαγόνια με πολεμικά και άλλα εφόδια, όπως τρόφιμα, είδη ρουχισμού, υγειονομικό υλικό κ.ά Τόνοι τροφίμων έπεσαν στα χέρια του βουλγαρικού στρατού, υποχρεώνοντας τους Οθωμανούς να αντιμετωπίσουν, εκτός από τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες και την έλλειψη τροφής. Οι οδοί υποχώρησης του Οθωμανικού στρατού ήταν λασπώδεις, γεμάτοι από εγκαταλελειμμένα υλικά και  από τραυματίες και εξαντλημένους στρατιώτες, στερημένους από τροφή για μέρες.[26]

 Κάτω από τις συνθήκες αυτές η διοικητική μέριμνα είχε ουσιαστικά καταρρεύσει και η υγειονομική υποστήριξη του οθωμανικού στρατού ήταν ιδιαίτερα δύσκολη. Παρ΄όλα αυτά, λόγω της αδράνειας του Βουλγαρικού στρατού και της εξάντλησης και της προσβολής του, όπως και των οθωμανών, από χολέρα, η περαιτέρω προέλαση  και η επίθεση του για την διάσπαση της τελευταίας αμυντικής γραμμής των Οθωμανικών στρατευμάτων προ της Κωνσταντινούπολης, κατέληξε σε αποτυχία. Έτσι και οι δύο στρατοί εγκλωβίστηκαν σε πόλεμο χαρακωμάτων στη Τσαλτάτζα. Η επίθεση των Βουλγάρων στις 4 Νοεμβρίου 1912 αποκρούστηκε σθεναρά από τους Οθωμανούς και οι Βούλγαροι είχαν την πρώτη τους ήττα, λόγω της κόπωσης και εξάντλησης τους από τις συνεχείς και παρατεταμένες πεζοπορίες και μάχες, τη προσβολή τους από χολέρα και την αναποτελεσματικότητα του πυροβολικού τους.[27]

 

1.      H χολέραστουςΒαλκανικούςπολέμους, ( Le Petit Journal, supplement illustre, 1 Dec 1912)

 

Απώλειες του Οθωμανικού και Βουλγαρικού στρατού

Οι πραγματικές απώλειες του οθωμανικού στρατού στους Βαλκανικούς πολέμους δεν είναι γνωστές. Υπολογίζονται συνολικά σε 100-120 χιλιάδες άνδρες περίπου, από τις οποίες 75.000 από μεταδοτικά νοσήματα(κυρίως χολέρα) και 50.000 από τις πολεμικές επιχειρήσεις.[28]  Οι νεκροί από την επιδημία χολέρας στο μέτωπο της Τσαλτάζας υπολογίζονται σε 40.000.  Ο συνολικός αριθμός που προσβλήθηκε από δυσεντερία υπολογίζεται σε 6.000-7.000, από τους οποίους πέθανε το 15%.[29] Οι απώλειες των Βουλγάρων από τη χολέρα ήταν  4.615 νεκροί από τους 29.719 που είχαν προσβληθεί.[30]    Nεώτερες πηγές ανεβάζουν τους νεκρούς από χολέρα σε 19.000 περίπου.[31] Στον Οθωμανικό στρατό η οργάνωση της μεταφοράς τραυματιών και αρρώστων από το μέτωπο στα μετόπισθεν ήταν ανεπαρκής, όπως  ήταν και η ανάπτυξη και στελέχωση των νοσοκομείων των πρόσω και των μετόπισθεν. Η θνητότητα των αρρώστων και των τραυματιών ήταν υψηλή.

Επιδημία χολέρας

Κατά την υποχώρηση των οθωμανικών στρατευμάτων από τις Σαράντα Εκκλησιές και το Luleburgazπρος την τελευταία γραμμή αμύνης τους, τη Τσαλτάζα, περί τα τέλη Οκτωβρίου 1912, αρχίζουν να παρουσιάζονται τα πρώτα κρούσματα χολέρας, που μεταδόθηκε  από στρατιώτες, φορείς της νόσου, που προέρχονταν από χολερόβλητες περιοχές, όπως η Συρία, το Ιράν και το Ιράκ.[32]    Οι Οθωμανοί στρατιώτες, κατά την υποχώρηση τους, με υγρό και κρύο καιρό, χωρίς καθαρό νερό και επαρκή διατροφή, με χαοτικές συνθήκες διαμονής, ήταν αδύνατο να τηρήσουν στοιχειώδεις συνθήκες υγιεινής. Έτσι, η μόλυνση του νερού από τα κόπρανα των πρώτων κρουσμάτων οδήγησε σε επέκταση της προσβολής από χολέρα και την εμφάνιση χιλιάδων κρουσμάτων με μεγάλη θνητότητα.[33]  4.000 χολερόβλητοι μεταφέρθηκαν στο νοσοκομείο του Hadimkoy  ανατολικά της Τσαλτάζας, του οποίου η χωρητικότητα ήταν μόνο για 300 αρρώστους.

Μεγάλος αριθμός αρρώστων είχαν συγκεντρωθεί κατά μήκος της σιδηροδρομικής γραμμής μεταξύ Τσαλτάζας και Αγίου Στεφάνου, όπου η περιοχή του σιδηροδρομικού σταθμού, είχε μετατραπεί σε πρόχειρο και υπαίθριο καταυλισμό αρρώστων. Ήταν αδύνατος ή ιδιαίτερα δύσκολος  ο διαχωρισμός αρρώστων από υγιείς και στρατιωτών από πρόσφυγες των περιοχών, που είχαν καταληφθεί από τους Βουλγάρους.[34] Οι πρόσφυγες προσβλήθηκαν, επιπλέον της χολέρας και από δυσεντερία και ευλογιά. Πολλοί από αυτούς, δεν δέχτηκαν παρά τις πιέσεις, να υποβληθούν σε δαμαλισμό.[35]  

Τα Οθωμανικά στρατεύματα που υποστήριζαν την αμυντική γραμμή της Τσαλτάζας υπέφεραν από ανεπαρκή ιατρική και εφοδιαστική βοήθεια. Ενώ τα κρούσματα χολέρας και δυσεντερίας είχαν αρχίσει να πολλαπλασιάζονται και όλοι οι διαθέσιμοι χώροι για τη μεταφορά τους για ιατρική φροντίδα είχαν κορεσθεί.  Σύμφωνα με τη περιγραφή του στρατιωτικού ιατρού AbdulkadirNoyan:  «οι άρρωστοι στρατιώτες είχαν μόνο λίγη σούπα και το μόνο διαθέσιμο φάρμακο ήταν λεμονάδα που περιείχε λάβδανο. Κατά τη μεταφορά τους από τη πρώτη γραμμή στα μετόπισθεν μερικοί πέθαιναν και ήταν αδύνατο να ταφούν σε χωριστούς τάφους. Ο αριθμός των αρρώστων από χολέρα που έφθαναν στο Yesilkoy( Άγιο Στέφανο) ήταν 20.000. Κατά τη διάρκεια της επιδημίας αυτής αρρώστησαν συνολικά από χολέρα 30.000 στρατιώτες, από τους οποίους το ένα τρίτο πέθανε».[36]  

Ο φόβος επέκτασης της χολέρας και σε άλλες στρατιωτικές μονάδες, οδήγησε στην απόφαση της μεταφοράς των αρρώστων στην Κωνσταντινούπολη. Ήταν βέβαια απαραίτητο να γίνει ιατρική εξέταση των στρατιωτών και να ληφθούν μέτρα περιορισμού της επέκτασης της επιδημίας  κάτι που ήταν δύσκολο να γίνει σωστά με τις συνθήκες που υπήρχαν. Στα τραίνα επιβιβάζονταν μαζί υγιείς και άρρωστοι, κατάσταση που διευκόλυνε την επέκταση της επιδημίας.[37] Τα πτώματα, όσων πέθαιναν κατά τη μεταφορά τους με τραίνα στην Κωνσταντινούπολη, ριχνόταν από τους άλλους έξω από το τραίνο  και υπήρχε, μέχρι να γίνει η ταφή τους, μεγάλος αριθμός νεκρών κατά μήκος των σιδηροδρομικών γραμμών. Υπάρχουν επίσης αναφορές ότι για κάποιο διάστημα τα πτώματα δεν ενταφιάζονταν άμεσα, αλλά συγκεντρώνονταν σε τέντες, όπου παράμεναν για 8-10 μέρες, ή την ύπαρξη, μεταξύ των πτωμάτων και  αρρώστων που ζούσαν ακόμη.[38]   Oι διαταγές του Υγειονομικού του στρατού καθόριζαν τη ταφή των πτωμάτων με τα ρούχα, σε μεγάλους λάκκους, βάθους 10 μέτρων, στους οποίους έριχναν ποσότητα αντισηπτικού, σε ανοικτούς χώρους, μακριά από κατοικημένες περιοχές.      

Με την άδεια του ανώτερου θρησκευτικού ηγέτη, του Σεϊχουλισλάμ, τα τζαμιά έκλεισαν για τους πιστούς και χρησιμοποιήθηκαν για την εγκατάσταση αρρώστων στρατιωτών ή προσφύγων από τις περιοχές που είχαν καταληφθεί από τους Βούλγαρους. 3.600 χολερόβλητoi  μεταφέρθηκαν στη Αγιά Σοφιά, 1.200 στο Μπλέ τζαμί, 1250 στο Μαχμούτ-πασά τζαμί και 450 στο Nuruosmaniye.[39] Ο δήμαρχος της Κωνσταντινούπολης, διακεκριμένος χειρουργός CemilTopuzlu, με σπουδές στη Γαλλία, είχε αντιδράσει από την αρχή στη μεταφορά αρρώστων από χολέρα στην Πόλη και είχε προτείνει τη μεταφορά και νοσηλεία τους σε άλλες περιοχές.[40]

Στα νοσοκομεία της Κωνσταντινούπολης νοσηλεύονταν το Νοέμβριο 1912 20.000 άρρωστοι ή ελαφρά τραυματίες. Το στρατιωτικό νοσοκομείο Gulhane, με διευθυντή το Γερμανό καθηγητή JuliusWieting  είχε το καλύτερο επίπεδο λειτουργίας, ενώ το στρατιωτικό νοσοκομείο Μάλτεπε και στο Ντεμιρκαπί νοσηλεύτηκαν άρρωστοι πρόσφυγες.[41]

Κατά τα μέσα Νοεμβρίου 1912 απαγορεύθηκε, μετά από εντολή του Γερμανού καθηγητή JuliusWietingπασά, oοποίος είχε διατελέσει διευθυντής του νοσοκομείου Gulhaneαπό το 1907-1914,  η μεταφορά αρρώστων από χολέρα στην Κωνσταντινούπολη, της οποίας ο πληθυσμός την περίοδο εκείνη είχε υπερβεί το ένα εκατομμύριο, και αποφασίστηκε η νοσηλεία των κρουσμάτων να γίνεται εκτός της Πόλης, και σε απόσταση από τους σιδηροδρομικούς σταθμούς, όπως  στην περιοχή του Αγίου Στεφάνου και σε άλλες περιοχές κοντά στη Τσαλτάζα.[42]   Παράλληλα ενισχύθηκαν τα μέτρα πρόληψης με φύλαξη των πηγών νερού, των λιμνών, κλπ από πιθανή μόλυνση τους, δημιουργήθηκαν κινητά συνεργεία απολύμανσης και γινόταν εργαστηριακός έλεγχος για την ανίχνευση του δονακίου της χολέρας. 

Ο έλεγχος της εφαρμογής των μέτρων  ήταν δύσκολος, αφού παρά τα μέτρα είχαν εισέλθει παράνομα στην Κωνσταντινούπολη, μέχρι τι 16 Δεκεμβρίου 1912,  περισσότεροι από 20.000 στρατιώτες, μερικοί από τους οποίους ήταν πιθανό να ήταν άρρωστοι ή φορείς του μικροβίου της χολέρας.[43]   Όλοι οι ιατροί βρίσκονταν στο μέτωπο και δεν υπήρχαν διαθέσιμοι να επιβλέψουν τα μέτρα καραντίνας, που είχαν ληφθεί, για τη μεταφορά στρατιωτών και προσφύγων με πλοία ή τραίνα. Ο δήμαρχος της Κωνσταντινούπολης προσπαθούσε με κάθε μέσο που διέθετε να αντιμετωπίσει την κατάσταση. Μεταξύ των άλλων μέτρων, που είχαν ληφθεί, ήταν η χρήση μόνο βρασμένου νερού στα εστιατόρια και τους δημόσιους χώρους. Σε συνεργασία με το Υπουργείου Πολέμου και την Εταιρεία της Ερυθράς Ημισελήνου είχαν δημιουργήσει πρόχειρα νοσοκομεία προσφύγων σε διάφορα μέρη της Πόλης, όπου προσφέρονταν τροφή και ιατρικές υπηρεσίες από γιατρούς και μαίες.  Από την αρχή της εμφάνισης της επιδημίας χολέρας μέχρι το τέλος του Δεκεμβρίου 1913 παρουσιάστηκαν μέσα στην Κωνσταντινούπολη 2.500 περίπου νέα κρούσματα, από τα οποία τα μισά περίπου κατέληξαν.[44]    

Ο πλήρης έλεγχος της  επιδημίας της χολέρας έγινε στις 18 Μαρτίου 1913. Τον Απρίλιο 1913 εμφανίστηκαν νέα περιστατικά χολέρας στις περιοχές της Κωνσταντινούπολης Kartal  και  Haskoy, ο άμεσος όμως έλεγχος τους απέτρεψε την εμφάνιση νέας επιδημίας.[45] Τον Ιούλιο 1913, κατά τις επιθετικές επιχειρήσεις του Οθωμανικού στρατού για την ανακατάληψη της Αδριανούπολης, παρουσιάστηκε νέα επιδημία χολέρας με εκατοντάδες κρούσματα. Η σωστή αντιμετώπιση της κατάστασης και η χρήση του αντιχολερικού εμβολίου, που είχε παρασκευασθεί από τους  DrResatRisaκαι  DrMustafa, περιόρισε την επιδημία.[46]

Μετά τη λήξη του πολέμου, τον Οκτώβριο 1913 και κατά την περίοδο της αποστράτευσης των δυνάμεων, χρησιμοποιήθηκε κυρίως  η Καλλίπολη, αλλά και άλλες περιοχές, για την καραντίνα των στρατιωτών και τον ιατρικό τους έλεγχο πριν από την επιστροφή  στις ιδιαίτερες πατρίδες τους. Κατά την περίοδο αυτή έγινε χρήση του αντιχολερικού εμβολίου, η προετοιμασία παρασκευής του οποίου στην Κωνσταντινούπολη είχε αρχίσει από το 1912.   Η όλη διαδικασία της καραντίνας είχε πολλά προβλήματα και καθυστερήσεις, λόγω κακής οργάνωσης, έλλειψης κατάλληλου προσωπικού, δυσχερειών στις μεταφορές, συνωστισμός, κ.ά. Παρά τα μέτρα δεν αποφεύχθηκε τελικά η μετάδοση της χολέρας σε άλλες πόλεις, όπως στη Σμύρνη, την Άγκυρα, τη Τραπεζούντα, το Βάν, κ.ά.  Στη φάση αυτή εφαρμόστηκε, μάλλον σε περιορισμένη κλίμακα, το αντιχολερικό εμβόλιο.[47] Παραμένει το ερώτημα γιατί η χρήση του δεν έγινε ενωρίτερα, η οποία θα μπορούσε να είχε περιορίσει την επέκταση της επιδημίας. Το θέμα του αντιχολερικού εμβολίου συζητήθηκε κατά τη συνεδρία της Ανώτερης Επιτροπής Καραντίνας στις 18 Νοεμβρίου 1912, κατά την οποία ο εκπρόσωπος της Αυστροουγγαρίας υποστήριξε τη χορήγηση του στους στρατιώτες και τους πρόσφυγες. Ο υπουργός Υγείας είχε επιφυλάξεις και ζήτησε διευκρινίσεις για την αποτελεσματικότητα του. Τελικά, μετά την αναφορά ότι το εμβόλιο δεν έχει δράση σε όσους είχαν προσβληθεί ήδη από χολέρα, η Επιτροπή αποφάσισε την προτεραιότητα της εφαρμογής των άλλων προληπτικών μέτρων, ενώ η συζήτηση για το θέμα του εμβολίου αναβλήθηκε για άλλη φορά. Το θέμα του εμβολίου απασχόλησε και πάλι την Επιτροπή μετά τη λήξη του πολέμου, κατά τη φάση της αποστράτευσης των δυνάμεων, χωρίς όμως να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή. Όταν όμως τα μέλη της Επιτροπής πληροφορήθηκαν ότι ήδη γινόταν αντιχολερικός εμβολιασμός σε στρατιώτες προ της απόλυσης τους, αντέδρασαν έντονα, υποστηρίζοντας ότι το εμβόλιο μπορεί να ήταν επικίνδυνο καθώς ήταν ακόμη υπό δοκιμή. Παρά τις αντιρρήσεις και τις επιφυλάξεις στη χρήση του εμβολίου, οι οποίες μπορεί να είχαν όχι μόνο επιστημονική αλλά και ιδεολογική-θρησκευτική διάσταση, είναι βέβαιο ότι η χρήση του την περίοδο αυτή είχε θετικά αποτελέσματα.[48]

 

2.       Τούρκοι στρατιώτες, με χολέρα κοντά στον Άγιο Στέφανο (Yesicoy), TheGraphic30, 1912.

 

Υγειονομική Βοήθεια από άλλες χώρες.                                                                                                                         

ToΥπουργείο Πολέμου δέχθηκε σημαντική ιατρική βοήθεια από την Οθωμανική Εταιρεία της Ερυθράς Ημισελήνου, τις Εταιρείες της Ερυθράς Ημισελήνου της Αιγύπτου και των Ινδιών καθώς  και τον  Ερυθρό Σταυρό της Αμερικής, της Μ. Βρετανίας, της Γερμανίας, της Ελβετίας, της Αυστροουγγαρίας και  της Ρουμανίας, οι οποίες ίδρυσαν πρόχειρα νοσοκομεία για την υγειονομική περίθαλψη  και συμμετείχαν ενεργά  στη μεταφορά των αρρώστων.[49]   Δεν είχε επιτραπεί η εγκατάσταση μονάδων  του Διεθνούς Ερυθρού Σταυρού εκτός της πόλεως τη Κωνσταντινούπολης. Αντίθετα οι μονάδες της Ερυθράς Ημισελήνου, είχαν εγκατασταθεί πιο κοντά στο μέτωπο, όπως οι δύο μονάδες της Ερυθράς Ημισελήνου των Ινδιών, με πλήρες κινητό νοσοκομείο, που είχε τη δυνατότητα να καλύψει όλες τις ανάγκες των ασθενών σε είδη ρουχισμού και διατροφής   που εγκαταστάθηκε στο μέσο της απόστασης μεταξύ της Κωνσταντινούπολης και της Τσαλτάζας και η πλήρης  μονάδα της Αιγυπτιακής Ερυθράς Ημισελήνου, που είχε εγκατασταθεί κοντά στο σιδηροδρομικό σταθμό της Τσαλτάζας.[50]   Είχαν κληθεί επίσης ειδικοί στην αντιμετώπιση της χολέρας, όπως ο καθηγητής MahviPollakαπό την Βιέννη, παρά τις οικονομικές δυσκολίες για την κάλυψη της αμοιβής του.[51]

Υγειονομική Οργάνωση- Κατάσταση Βουλγαρικού Στρατού

 Στον Βουλγαρικό στρατό ο αριθμός των ιατρών ήταν περιορισμένος. Οι Βούλγαροι σπούδαζαν Ιατρική σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες, αφού  Ιατρική Σχολή στη Σόφια ιδρύθηκε το 1918.  Ο συνολικός αριθμός των ιατρών στη Βουλγαρία κατά την περίοδο των Βαλκανικών πολέμων ήταν 600, από τους οποίους οι 200 υπηρετούσαν εν καιρώ ειρήνης στο στρατό για την υγειονομική κάλυψη των 60.000 στρατιωτών. Η αύξηση της δύναμης του στρατού σε 300.000 περίπου απαιτούσε πολύ μεγαλύτερο αριθμό ιατρών.  Υπάρχει αναφορά για τάγματα που είχαν ως ιατρό είτε οδοντίατρο είτε φοιτητή ιατρικής. Οι δαπάνες για υγειονομικό υλικό ήταν περιορισμένες, καθώς είχε δοθεί προτεραιότητα στη προμήθεια πολεμικού εξοπλισμού. Κατά τη διάρκεια του Α΄Βαλκανικού πολέμου υπήρξε σημαντική βοήθεια από την Αυστρία, με την καθημερινή αποστολή στη Σόφια νοσοκομειακού τραίνου με πλήρη εξοπλισμό και δυνατότητα  μεταφοράς 200 τραυματιών ή αρρώστων, ενώ μεγαλύτερες ανάγκες μεταφοράς αρρώστων μπορούσαν να καλυφθούν και με κοινά τραίνα.[52]


[1] .Γενικά η διεθνής  ιστοριογραφία για τους Βαλκανικούς πολέμους διακρίνεται σε δύο μεγάλες κατηγορίες, που διαφέρουν χρονικά μεταξύ τους πενήντα ή και περισσότερα χρόνια. Η πρώτη κατηγορία περιλαμβάνει βιβλία που δημοσιεύθηκαν τα πρώτα χρόνια μετά τους Βαλκανικούς πολέμους με αναμνήσεις και περιγραφές Δυτικών παρατηρητών, τα οποία περιγράφουν τα γεγονότα σε περιορισμένη έκταση, χωρίς να είναι πάντοτε αξιόπιστα. Υπάρχουν επίσης περιγραφές από ανώτερους Οθωμανούς αξιωματούχους, που είναι μεν πολύ χρήσιμες, αλλά περιορίζονται στην προσωπική συμμετοχή και οπτική. Η δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνει βιβλία και μονογραφίες, που γράφηκαν τα τελευταία 20-30 χρόνια και αποτελούν τις επίσημες, υπηρεσιακές ιστορίες των Βαλκανικών χωρών που συμμετείχαν. Μια  τρίτη κατηγορία που θα συνδυάζει και θα αναλύει συνολικά τις επιχειρήσεις των Βαλκανικών πολέμων δεν έχει υπάρξει ακόμη.(Edward J. Erickson, Defeat in Detail: The Ottoman Army in the Balkans, 1912-1913, Westport CT, 2003, P. XVII-XVIII). Τα τελευταία 5-10 χρόνια  Τούρκοι ιστορικοί  έχουν γράψει βιβλία για τις επιδημίες κατά τους Βαλκανικούς πολέμους και τον Α΄Παγκόσμιο Πόλεμο βασισμένα στα οθωμανικά αρχεία της περιόδου αυτής.        

[2]Hikmet Ozdemir, The Ottoman Army 1914-1918 , Diseases & Death on the battlefield, translated by Saban Kardas, Salt Lake City, 2008, σ. 4-19. Αναφορικά με τους τραυματίες, μεγάλο ποσοστό πέθαιναν στο πεδίο της μάχης, ή τις πρώτες μέρες μετά ή έμεναν μόνιμα ανάπηροι.                                                                                                                  

[3]R.L. Atenstaedt, The development of Bacteriology, Sanitation Science and allied research in the British Army 1850-1918: Equipping the RAMC for war, J R Army Med Corps 156(2010)3, 154-158.                                                                                                                                                             

[4] . Γρηγόριος Σκαμπαρδώνης, Νικόλαος Σχίζας, Αλέξανδρος Καρδούλης, Η Υγειονομική υπηρεσία κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους 1912-1913, στο Η Ιατρική στη σύγχρονη Ελληνική Ιστορία, Δ΄τόμος, Αθήνα 2003, σ. 19-45. Νικόλαος Σχίζας, Η Υγειονομική Υπηρεσία του στρατεύματος κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους, στο  Ιστορία της Στρατιωτικής Ιατρικής στην Ελλάδα, Αθήνα 2000, σ. 65-87. Γεώργιος Πουρναρόπουλος, Η Ελληνική Υγειονομική Υπηρεσία Στρατού κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους (1912-13), ΙΕΕΔ, Ι(1967),3-4, 261-284.                                                                                                                                                                                                       

[5] Κωνσταντίνου  Σάββα, Εγχειρίδιον Υγιεινής,  3η έκδοσις, Εν Αθήναις 1924, σ. 84-87

[6]Serif Madrin, Some preliminary thoughts about the Tanzimat and the idea of nature, in Anne Marie Moulin and Yesim Isil Ulman (eds) Perilous Modernity. History of Medicine in the Ottoman Empire and the Middle East from the 19th century onwards, Istanbul 2010, σ. 43-53.                                                                                                                                                                                  

[7]Hormoz Ebrahimnejad, Introduction, For a history of modern medicine in non-Western countries, in Hormoz Ebrahimnejad (ed.) The development of modern medicine in non-Western countries. Historical Perspecrives, London 2009, σ. 8

[8]Marcel Chahrour,  “A civilizing mission” ? Austrian medicine and the reform of medical structures in the Ottoman Empire, 1838-1850. Studies in History and Philosophy of Biological and Biomedical Sciences, 38(2007),  σ. 701.                                                                                                                                                                               

[9]Feza Gunergun, Seref Etker, Medicine, in Gabor Agoston, Bruce Masters(eds),  Encyclopedia of the Ottoman Empire, N. York 2009, σ. 360

[10]Feza Gunergun, ό.π. σ. 361                                                                                                                                                                                                

[11]Marcel Chahrour, ό.π., σ. 702.

[12]Panzac D. , Population et santé dans l’ Empire Ottoman, Istanbul 1996, σ. 199.

[13] Το 1871 οι ελληνορθόδοξοι ιατροί αποτελούσαν πάνω από 50% των καθηγητών της Ιατρικής Σχολής. Μεταξύ αυτών ο Αλέξανδρος Ζωηρός, Αριστείδης Κούρος, Παυλάκης Φενερλής, Σπυρίδων Μαυρογένης και ο Μάρκος Αποστολίδης Πασάς, καθηγητής Χειρουργικής και ιδρυτής της Ερυθράς Ημισελήνου ( Ιωάννης Παναγιωτίδης, Η Ιατρική παράδοση στη Κωνσταντινούπολη, στο Πρακτικά Πρώτου Παγκοσμίου Συνεδρίου Κωνσταντινουπολιτών, 27-29 Μαϊου 2005, Αθήνα 2006, σ. 157

[14]  Κεχαγιάς Θόδωρος, Επιστήμες στην Οθωμανική αυτοκρατορία : Οι εκπαιδευτικοί θεσμοί, Βιβλιογραφική παρουσίαση από το, Ekmeleddin Hisanoglou (ed.), History of the Ottoman State, Society and Civilization, Research Center for Islamic History, Art and Culture, Ircica, Istanbul, vol.I, 2001,  2ο μέρος, σ. 86. Το Πανεπιστήμιο (Darulfunun) είχε ανοίξει αρχικά το 1870 για να κλείσει τον επόμενο χρόνο, λόγω ιδεολογικών αντιθέσεων και οικονομικών προβλημάτων ( M. Sukru Hanioglou, A brief history of the late Ottoman Empire, Princeton N.J. 2008,  σ. 102).

[15]Encyclopedia of the Ottoman Empire, ό.π., σ.362 . Και στη νέα ενοποιημένη Ιατρική Σχολή συνεχίζουν να διδάσκουν Έλληνες καθηγητές μέχρι το 1920, όπως ο Νικόλαος Ταπτάς  Ωτορινολαρυγγολογία και ο Αλέξανδρος Παπάς Ουρολογία.  Η ίδρυση των ιατρικών και των άλλων ανώτερων σχολών ανέδειξε το πρόβλημα της ανεπαρκούς κατώτερης και μέσης εκπαίδευσης των μουσουλμάνων φοιτητών, σε σύγκριση με τους μη μουσουλμάνους, οι οποίοι ήταν σε πλεονεκτική θέση λόγω της καλύτερης εκπαίδευσης που είχαν στα εκπαιδευτικά ιδρύματα των θρησκευτικών κοινοτήτων τους (μιλλιέτ). Έτσι η οθωμανική κυβέρνηση κατέβαλε πολλές προσπάθειες στον τομέα της κατώτερης και μέσης εκπαίδευσης, οι οποίες προοδευτικά απέδωσαν, ιδιαίτερα μετά την καθιέρωση της υποχρεωτικής κατώτερης εκπαίδευσης με το Σύνταγμα του 1876. Εncyclopedia…, σ. 202.

[16] Ηikmet Ozdemir, σ. 20

[17]Stanford J. Shaw, Ezel Kural Shaw, History of the Ottoman Empire and modern Turkey, vol II, Reform, Revolution and Republic: The rise of modern Turkey, London 1977,    σ. 113 και249

[18]Sekret Etker, Paul Louis Simond and the inauguration of the Ottoman institute of Bacteriology in Cemberlitas, Istanbul(1911), Bilim Tarihi (History of Science, X(2009) 2,33.

[19] Μετά τον πόλεμο της Κριμαίας(1853-6) οι Οθωμανοί πραγματοποίησαν μια σειρά αλλαγών στην οργάνωση του στρατού, ακολουθώντας ευρωπαϊκά πρότυπα, όπως διάκριση  των δυνάμεων σε ενεργείς και εφεδρικές, χρησιμοποίησαν ξένους συμβούλους, έγινε προμήθεια νέου οπλισμού, κλπ. Η στρατολόγηση γινόταν σε ηλικία 20 ετών με 4 χρόνια υπηρεσίας  σε ενεργείς μονάδες και 2 σε εφεδρεία. Υπηρετούσαν μόνο οι μουσουλμάνοι, ενώ οι χριστιανοί πλήρωναν σχετικό φόρο. Ο Ρωσοτουρκικός πόλεμος ανέδειξε την ανάγκη για μεγάλες μεταρρυθμίσεις στο στρατό, τις οποίες ανέλαβε το 1882 η Γερμανική αποστολή υπό τον αντισυνταγματάρχη- και μετέπειτα στρατάρχη- Colmar von der Goltz (1843-1916), ενώ νέες μεταρρυθμίσεις έγιναν και το 1910. (Edward J. Erickson, Defeat in Detail: The Ottoman Army in the Balkans, 1912-1913, Westport CT, 2003, σ. 5-6)

[20]Oya Daglar, War, Epidemics and Medicine in the Late Ottoman Empire (1912-1918), Netherlands 2008, σ. 9

[21] Βασίλειος Αναστασόπουλος, Α΄Βαλκανικός Πόλεμος, Η Βουλγαρο-Τουρκική σύγκρουση στην ανατολική Θράκη,  Στρατιωτική Ιστορία τχ. 130(Ιούνιος 2007), σ. 47-48.                                                                                                                                                                                               

[22]Edward J. Erickson, Defeat in Detail: The Ottoman Army in the Balkans, 1912-1913,  Westport, CT 2003, σ. 20

[23]Edward J. Erickson, ό.π., σ. 16

[24] Βασίλειος Αναστασόπουλος, ό.π., σ. 46-7

[25]. Clyde S. Ford, Medico-Military Observations in the Late Balkan Wars, The Military Surgeon, Journal of the Association of Military Surgeons of the United States, Samuel Cecil Standon (edr), 36(January 1915), 1, digitized form(σ. 1-11), www02.us.archive.org/…/militarysurgeon015tatgoog/…, σ. 3. καιΒασίλειοςΑναστασόπουλος, ό.π., σ. 57

[26] Oya Daglar, ό.π., σ. 9-10 και Βασίλειος Αναστασόπουλος, ό.π., σ. 52-3. Είναι χαρακτηριστικές οι περιγραφές της κατάστασης του Οθωμανικού στρατού, αλλά και η διαφορετική εκτίμηση της ήττας από τον Μαχμούτ Μουχτάρ Πασά, διοικητή του ΙΙΙ Σώματος στρατού και του Gustav non Hochacter, ταγματάρχη του Γερμανικού στρατού, ο οποίος παρακολουθούσε τις πολεμικές επιχειρήσεις, με οθωμανική στολή. Ακολουθούν σύντομα αποσπάσματα, πρώτα του Οθωμανού Διοικητή με τη δικαιολογημένη συναισθηματική φόρτιση και μετά η ορθολογιστική ερμηνεία του Γερμανού αξιωματικού :    «…Στους δρόμους στρατιώτες υποχωρούσαν σε πλήρη διάλυση, το πυροβολικό είχε κολλήσει στη λάσπη, δεν υπήρχαν τρόφιμα και νερό. Οι κραυγές και οι παρακλήσεις αυτών των απελπισμένων ανθρώπων που πνίγονταν στη λάσπη τρυπούσε τα αυτιά μας. Όλα τα χωριά ήταν γεμάτα από στρατιώτες. Ήταν τέτοια η εικόνα που κανείς δεν μπορούσε να πιστέψει ότι στρατιώτες, που μάχονταν αποτελεσματικά για μέρες έφθασαν σε αυτή την κατάσταση. Βλέπαμε ένα στρατό που οπισθοχωρούσε, χωρίς να κοιτά πίσω. Αλλά γιατί; Αυτή η ερώτηση είναι δύσκολο να απαντηθεί….» Αυτό που δεν μπορεί να απαντήσει ο Οθωμανός διοικητής ερμηνεύεται με τον δυτικό ορθολογισμό  του ταγματάρχη του Γερμανικού στρατού Gustav von Hochwachter, ο οποίος εξηγεί τους λόγους της ήττας του οθωμανικού στρατού: «Πιστεύω ότι η ευθύνη ανήκει σε εκείνους  που έστειλαν τον Τούρκο στρατιώτη στο μέτωπο κάτω από αυτές τις δυσμενείς συνθήκες. Θα πρέπει να σκεφθούμε το ηθικό των γεωργών από την Ανατολία, από περιοχές με ζεστό κλίμα, που ήλθαν βαδίζοντας μέσα από δρόμους που δεν γνώριζαν, πεινασμένοι και διψασμένοι, χωρίς να ξέρουν που πηγαίνουν και τι πρόκειται να κάνουν, χωρίς να ξέρουν να χειριστούν το όπλο τους. Ήταν μόνοι τους περπατώντας μέσα στη λάσπη, φορώντας στα πόδια τους κάτι που έμοιαζαν με παπούτσια από ύφασμα. Αφού περνούσαν την κρύα νύχτα μούσκεμα από την βροχή και χωρίς κάποιο καταφύγιο για να προστατευθούν, πήγαιναν στη μάχη με την ανατολή του ήλιου. Ο στρατιώτης έχει στο μυαλό του τη μίζερη εικόνα των τραυματισμένων στρατιωτών, πού είδε την προηγούμενη μέρα. Αισθάνεται το φόβο και το θάνατο βαθειά μέσα του. Γυρίζει πίσω και οι άλλοι τον ακολουθούν. Τρέχει να φύγει από τον εχθρό που πλησιάζει, είναι σε σύγχυση από την καταστροφή που έρχεται και τρέχει πανικόβλητος. Αυτή είναι η εικόνα του πανικού που σαρώνει τα πάντα. ….»                                                                                                                                                                                                                         

[27] Βασίλειος Αναστασόπουλος, ό. π., σ. 55

[28]Oya Daglar, ό.π., σ. 114.

[29]Hikmet Ozdemir, ό.π., σ. 23.

[30]Richard Hall, The Balkan Wars 1912-1913: Prelude to the First World War, London 2000, σ. 35

[31]. Hikmet Ozdemir, ό.π., σ. 23

[32] Έχει υποστηριχθεί επίσης η άποψη ότι ή επιδημία της χολέρας προκλήθηκε από εφεδρικά στρατεύματα, κατά την επιστροφή τους από την Αλβανία, όπου είχαν αποσταλεί για την καταστολή επαναστάσεως, το 1912( Ηikmet Ozdemir, ό.π., σ. 19-20).                                                                                                                                                                                                                       

[33] Oya Daglar, ό.π., 11-13

[34]Clyde S. Ford, ό.π., σ. 3

[35]Οya Daglar, ό.π., σ. 25.                                                                                                                                                                                                    

[36]Hikmet Ozdemir, ό.π., σ. 21

[37]Oya Daglar, ό.π., σ. 12-18

[38]Oya Daglar, ό.π., σ. 39-40

[39]Ηikmet Ozdemir, ό.π., σ. 20

[40]Oya Daglar, ό.π., σ. 16. Ο πρωθυπουργός Kamil Pasha και η κυβέρνηση είχαν αρχικά επιφυλάξεις στη πρόταση του δημάρχου για τη χρήση των τζαμιών για τη νοσηλεία των χολερικών και υποχώρησαν τελικά,  μετά και την υποστήριξη του Σεϊχουλισλάμ στην πρόταση του δημάρχου(Hikmet Ozdemir, ό.π., σ. 25)

[41] Clyde S.Ford, ό.π., σ. 4 και Oya Daglar, ό.π., σ. 50

[42] Oya Daglar, ό.π., 18, 37-9.  Στον Άγιο Στέφανο, βόρεια του σιδηροδρομικού σταθμού,  λίγα χιλιόμετρα από την Κωνσταντινούπολη, κατασκευάστηκαν ξύλινα παραπήγματα και υπόστεγα που στέγασαν πρόχειρα νοσοκομεία για τη νοσηλεία αρρώστων από χολέρα, ενώ και το ελληνικό σχολείο του Αγίου Στεφάνου(Yesikoy Rum Mektebi) μετατράπηκε σε νοσοκομείο.

[43]Oya Daglar, ό.π., σ. 50

[44]. Oya Daglar, ό.π., σ. 53

[45]Oya Daglar, ό.π., σ. 45-6

[46]Hikmet Ozdemir, ό.π., σ. 23

[47]Oya Daglar, ό.π., σ. 110-111.

[48]Oya Daglar, ό.π., σ. 110-113

[49]Oya Daglar, ό.π., σ. 12-13.

[50]Clyde S. Ford, ό.π., σ. 4.

[51]Oya Daglar, ό.π., σ. 73

[52]. Clyde S. Ford, ό.π., σ. 8.